"Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων''

Γ. ΡΙΤΣΟΣ


18 Ιουλ 2015

Ασυνήθης ύποπτη αλήθεια






Τι στιγμιαία πεπρωμένα κι αυτά…
Πεπρωμένα που δεν μπορείς να κάνεις ζάφτι. Σαν ένα βαρύ φορτίο, που σου σκίζει την μέση και τα χέρια, σου σέρνει τα πόδια. Κάνεις το λοιπόν δυο, τρία βήματα και κοντοστέκεσαι, ίσα να πάρεις μια ανάσα, για να συνεχίσεις με δυνατότερο το πείσμα σου, ίσα μέχρι να φτάσεις στο κατώφλι σου. Πρέπει να φτάσω ως το τέλος, σκέφτεσαι, ως το σπίτι να το μπάσω το φορτίο, γιατί είναι δικό μου. Εγώ το διάλεξα, έχει όλα κείνα τα καλούδια που διάλεξα να ποθώ. Και οι πόθοι σου είναι αυτοί που ταΐζουν στο στόμα το πεισματάρικο καρδιοχτύπι σου, το μεγαλώνουν..
Τι στιγμιαία πεπρωμένα κι αυτά… Και το δικό μας κι αυτό.
Το δικό μας, που όλο στην εκκίνηση βρίσκεται, μα δεν αλαργεύει ποτέ του, δυο βήματα και κοντοστέκεται, 
άλλα δύο και ξανά μανά. Βλέπεις η ευθύνη, δεν είναι εύκολη και δεν αντέχεται από πολλούς. 
Σε βαραίνει, σε καθυστερεί στην διαδρομή. Ξεμακραίνει ολοένα της χρυσής κατάκτησης το έπαθλο.

Ξέρεις, η συνήθεια δεν είναι βαριά, αλλά πανάλαφρη… Έρχεται σιγά, σιγά με βήματα γάτας και ξαπλώνει τις αρίδες της, στο στήθος σου απάνω. Ούτε που την παίρνεις μάνα μου χαμπάρι. 
Κάπως έτσι κι εγώ ήθελα να μάθω στην δική σου συνήθεια, να φοράω κάθε μέρα την μοσχομυρισμένη σου ρουτίνα. 
Ξέρεις τι ωραίες είναι οι γνώριμες στιγμές σου; Σαν να λέμε, ο δικός σου, ο οικείος άνθρωπός σου.
Τελικά, έμαθα στην απουσία σου. Να ξυπνώ και να ονειρεύομαι χωρίς εσένα. Συνήθισα να με αγκαλιάζω με τα δικά μου χέρια, να με χορεύω με τα δικά μου πόδια και να με βλέπω μέσα από τα δικά μου μάτια. 
Τι κι αν ήθελα να μπορούσες, δεν περιμένω πιά. Συνήθισα, εγώ, να με φροντίζω και να με αγαπώ.
Λυπάμαι μόνο που δεν πρόλαβα, παρά ένα ψίχουλο από την τροφή μου να σου δώσω κι ας ήθελα να σε χορτάσω. 
Τόσο βιαστικός, που πράγματι, δεν μπορούσες να αρπάξεις από της αγάπης μου, ούτε καν την μυρωδιά. 
Τι κρίμα… Να μην μπορείς να γεύεσαι της ψυχής, την ζάχαρη και το αλάτι μου. Και να φανταστείς ότι το μόνο που ζητούσα, ήταν απλώς να σε "συνηθίσω".  Να μάθω στην αλήθεια σου.

Ο χρόνος μου τώρα, έχει απλωμένες τις φτερούγες του και λιάζεται στις σκέψεις. 
Αφουγκράζεται άφοβα και πιο εύκολα πια, την μουσική τις ψυχής μου.
Σκέψου… Την όποια αλήθεια, όχι σαν βάρος, αλλά μονάχα σαν μεγαλείο.
Η συνείδησή μας έχει μεγαλύτερο ή μικρότερο βάρος.
Εκείνη, με το ανάλογο βάρος, είναι που τρέμει συνήθως, εμπρός σε μια αλήθεια.
Όμως, η αλήθεια, ακόμα κι αυτή που "κόβει", μόνο αυτή μπορεί να σε λυτρώσει.
"Συνώνυμη" της αγάπης, που ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να σε φτάνει σαν κραυγή, 
παρά μονάχα να σε φτάνει, ήρεμα, απλά και αθόρυβα.
Ακριβώς όπως η αλήθεια στην συνείδησή σου.
Κάπου εκεί μέσα θα βρίσκομαι λοιπόν κι εγώ, θα "τα φυλάω" στο κρυφτό μας και θα μετράω… 
Ως ασυνήθης ύποπτη, την αλήθεια μας.

9 Ιουλ 2015

Να 'σαι Παρών στο Παρόν μου






Να δίνεις από αυτό που δεν έχεις. Αυτό είναι υπέρτατο αγαθό. Είναι αγάπη.
Κι αν δεν το ξέρεις, να το βρίσκεις. Κι αν το θέλεις, να το μπορείς.
Να δίνεις από αυτό που δεν έχεις…

Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει την επιθυμία σου και τα μοιράσματά σου.
Την επιθυμία, την φοράς στο λαιμό σαν σταυρό, στα μαλλιά σαν μυρωδιά, στα μάτια σαν ήχο που φωνάζει, 
την κρατάς στις παλάμες σφιχτά, σαν το τελευταίο σου ψωμί.
Γίνεται αγκαλιά δυνατή, σταθερή που εμφωλεύει άμετρα, την ζεστασιά της σε κάθε σπιθαμή και πόρο. 
Είναι η ρίζα της αγάπης, εκείνη που ανθίζει το "μπορώ" της μοίρας σου. 
Είναι το "μπορώ" της μοίρας σου, εκείνο που ποτίζει την ρίζα της αγάπης σου.

Κάποιος, δεν αποφασίζει να γίνει μέρος της ζωής ενός άλλου, 
όταν έχει λίγο περισσότερο χρόνο στην διάθεσή του και είναι μια ευκαιρία να τον γεμίσει ευχάριστα.
Δεν λογίζεται τα μοιράσματα, ανάλογα τις διαθέσεις και το ψυχολογικό του βαρόμετρο. 
Και ποτέ του δεν ποντάρει, δεν πάει πάσο και δεν μετρά, πόσα δίνεις, δίνω, πόσα παίρνω, παίρνεις…
Όχι μανάρι μου. Δεν πάει έτσι. Το αποφασίζει, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Το αποφασίζει η ίδια του η ανάγκη να βρίσκεται κοντά, δίπλα, μέσα στον άλλον.
Και τότε γίνεται αυτοκρατορική η αλήθεια του, όταν δεν έχει τον χρόνο, το κουράγιο, την ενέργεια, την δύναμη. 
Την ώρα που δεν έχει σάλιο στις τσέπες και το στόμα.
Έχει όμως την επιθυμία, το θέλω του, που τον ξεπερνούν και βρίσκει -μπορεί δεν μπορεί- και όλα τα υπόλοιπα.

Δεν θέλω να με "θαυμάζεις", θέλω να με αγαπάς.
Δεν θέλω να με "σέβεσαι", θέλω να με αγαπάς.
Δεν θέλω να με "σκέφτεσαι", θέλω να με αγαπάς.
θέλω να είσαι εδώ, μαζί μου, στα χαρακώματα της ζωής μου.

Να με νοιάζεσαι και να με συντροφεύεις, στις κλειστές και ανοιχτές πληγές μας, 
στις ψιθυριστές και δυνατές φωνές μας, σε όλες τις ασχήμιες και τις ομορφιές μας.
Ξέρε το, τίποτα δεν εννοείται.
Μα όταν θα είσαι εδώ, μαζί μου και η ανάσα σου θα φιλτράρει κάθε δική μου,
Τότε, σχεδόν αυτόματα, όλα τα υπόλοιπα, θα σφραγίζουν κάθε μικρή γωνίτσα της ψυχής μου. 
Θα ‘σαι πρωταγωνιστής σε κάθε μικρό ή μεγάλο επεισόδιο της ζωής μου. 
Αρκεί μόνο, να είσαι στο εδώ μου. Βράχος, ασάλευτης αγάπης, όσες φουρτούνες κι αν σε τρώνε.

Να κάνεις αυτό που θα ‘κανα κι εγώ, να με προστατεύεις.
Να προτάσεις το στήθος σου μπροστά, ποτέ να με μην με βρίσκει "σφαίρα".           
Να μην με ακινητοποιεί  το ενδιαφέρον σου, αλλά να με γεννάει.
Να μην με μαλακώνει η αγάπη σου, αλλά να με ατσαλώνει.

Αρκεί μόνο, να είσαι παρών στο παρόν μου.

Κι ας έχεις ξοδέψει και τις τελευταίες καβάτζες της ζωής σου…
Για να να σε δω τότε. Όταν δεν θα σου περισσεύει τίποτα.
Τότε, που θα σου μείνουν δυο σταγόνες για νερό, Τότε να σε δω, αν θα με βυζάξεις την μία. 


Βρε… Να σε βλέπω θέλω, όχι στα λόγια σου, αλλά στην γενναιότητά σου.







3 Ιουλ 2015

Ρε τα Ναι και τα Όχι μου Μέσα!





Κάποιοι άνθρωποι, με τον τρόπο τους…
Την δουλειά τους, τον αγώνα και την αγωνία τους, την σκέψη, το ήθος και την στάση τους, έχουν "ζητήσει" τόσες πολλές φορές από την ζωή τους και έχουν άλλες τόσες απογοητευτεί, που έχουν πειστεί πιά στην τρύπια τους συνήθεια.
Μεμαθημένη  η σχισμή στην τσέπη της ψυχής τους. Με κόπο και απαράμιλλο σθένος να μαζεύουν, να φυλάττουν το χρυσάφι των ιδεών, όλα τα πολύτιμα της καρδιάς και των προσδοκιών τους και πάλι να χάνουν.
Κι όμως, κάποτε φτάνει η ώρα που δεν χρειάζεται να ζητήσουν για να τους δοθεί. Αρκεί να κουμπώσουν οι χρόνοι, οι στιγμές, οι προσδοκίες και οι άνθρωποι.
Άλλωστε υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν εξαρτώνται από εμάς. Είναι ήδη δρομολογημένα, όχι μοιρολατρικά. Απλώς είναι ενέργειες που μια δεδομένη στιγμή, πραγματώνουν ένα "κάτι" μας, σε έναν κατάλληλο χρόνο.

Στο μυαλό μου έχω πολλά πράγματα, μα τους δικούς μου ρυθμούς.
Και Ναι, μερικές φορές μου αρκεί να ικανοποιώ την εποικοδομητική ναρκισσοπάθεια της ηδονής του μυαλού μου.
Και Ναι, μερικές φορές ξεμένω παρέα με την γαμημένη απαστράπτουσα γοητεία της μαύρης μου σκιάς. Όμως, Όχι, δεν το βάζω κάτω. Βλέπεις, τις περισσότερες, έχω παρέα τον Θεό μέσα μου, Εκείνον που κάθε ώρα σκοτώνω κι ανασταίνω.
Κάθε μέρα, σου λέω, αυτή η δουλειά γίνεται.
Και το δέχεται αδιαμαρτύρητα, αφήνοντάς με να ελπίζω στον εδώ ή αλλού, παράδεισό μου.

Αχ, βρε άμοιρε, εσύ, που συλλέγεις κάθε τόσο την σταγόνα του σάλιου σου, εκείνη που δεν την προλαβαίνεις, σου ξεφεύγει στον ύπνο και τον ξύπνιο σου.
Ναι, εσύ, που είσαι εγκλωβισμένος στην αποδομημένη εικόνα του Εγώ σου που ολοένα και πιο πολύ στερεύει από αγάπη, αισθήματα και ανθρωπιά.
Μάθε, πως Όχι, δεν φοβάμαι. Έχω πινέλο και μολύβι και ανθρώπους με αστείρευτη την αγκαλιά τους, που ανα πάσα ώρα και στιγμή, μοιράζονται μαζί μου, το χάδι τους, το ψωμί και την ελιά τους.

Θαρρείς πως δεν σε βλέπω; Χα!
Σαν την μπουκλάτη ξανθούλα, στο τρόλεϊ, που χώνει το μικρό βαμμένο νυχάκι στην μύτη, παίζει μπρα-ντε-φέρ με το κακάδι της και νομίζει ότι δεν την βλέπουν.
Έτσι και εσύ, με κοιτάς και νομίζεις ότι δεν σε βλέπω, το βλέμμα σου που στάζει, που φωνάζει.
Από την άλλη, ξέρω…  
Ναι, υπάρχουν (κάποιοι) παπάρες, που είναι τόσο παπάρες…
Που Όχι, δεν μπορώ να τους χρησιμοποιήσω ούτε καν για το υπόλοιπο της σάλτσας μου… Διαλύονται.

Εσύ, θα κρίνεσαι κάθε μέρα, κυρίως από την συνείδηση του εαυτού σου. 
Εμένα, ίσως, να με κρίνει η ιστορία. Ίσως και όχι.
Και κοίτα, έχω τα χέρια μου… Ναι, τα χέρια μου, που…
Δημιούργησα, χάιδεψα, πόνεσα, έσκαψα, έσφιξα, μάζεψα, πέταξα και πολλά άλλα, με αυτά τα χέρια και τον νου, που κάθε τόσο, σκέπαζε και ξεσκέπαζε.
Ένα πράγμα μόνο δεν έκανα…
Όχι, δεν τα σταύρωσα ποτέ.

Αυτό που σου λέω, στα σίγουρα μάγκα μου, είναι πως κάθε απόγευμα πίνω τον "φτωχό" ελληνικό καφέ μου, σε ένα μικρό μπαλκόνι και απολαμβάνω κάθε του γουλιά, σα να ‘ναι η τελευταία. Ακούς ρε; Σα να ‘ναι η τελευταία. Κάθε φορά.
Γι’ αυτό, Όχι, δεν φοβάμαι.